Γιὰ ποιό λόγο «κουφάθηκα» ή «μὲ κούφανες» νὰ σημαίνει «ένιωσα μεγάλη έκπληξη, έμεινα άναυδος, εμβρόντητος»;

Ἴσως ἐπειδὴ ἕνα δυνατὸς κόλαφος μπορεῖ νὰ σὲ κουφάνει προσωρινὰ – καμιὰ φορὰ καὶ μόνιμα. Δηλαδὴ «μὲ κούφανες» ἀρχικὰ θὰ σήμαινε «τόσο δυνατὸ ἦταν τὸ χαστοῦκι σου ποὺ γιὰ κάμποση ὥρα δὲν ἄκουγα».

Ἡ ἰδέα προἦλθε ἀπὸ τὸ πρῶτο ἐπεισόδιο τῶν «Συνόρων τῆς ἀγάπης» (Yabancı damat). Σὲ προηγούμενη σκηνὴ ὁ Νίκος εἶχε δώσει τὸ φιλί τῆς ζωῆς στὴ Nazlı γιὰ νὰ εἰσπράξει ἕνα ἠχηρὸ χαστοῦκι. Κατόπιν συναντιῶνται τυχαῖα σ’ ἕνα μπάρ, ὅπου λαμβάνει χώρα ὁ ἑξῆς διάλογος (1’41”):

–Tokadından sonra sağır oldum!
–I became deaf after this slap(?)!

(Tokat θὰ πεῖ χαστοῦκι).

–Üzgünüm!
–I am sorry!

–Efendim? Bir şey duyamıyorum!
–What? I can’t hear a thing!