Ὅπως πρόσεξε ὁ συνιστολόγος Μιχάλης Μελιδόνης, πρὶν λίγες ἡμέρες ὁ Παναγιώτης Καρακατσούλης, καθηγητὴς τῆς Ἐθνικῆς Σχολῆς Δημόσιας Διοίκησης καὶ προσφάτως βραβευθεὶς ἀπὸ Ἀμερικανοὺς ὡς ὁ καλύτερος δημόσιος ὑπάλληλος τῆς χρονιᾶς, διηγήθηκε σὲ συνέντευξή του στὴν ἐφημερίδα «Τὰ Νέα»

μια ιστορία που του συνέβη πριν από χρόνια στη Γερμανία, όπου έκανε το διδακτορικό του στην Κοινωνιολογία του Δικαίου. Είχε ξεχάσει να αιτιολογήσει, όπως υποχρεούται, τον βαθμό που έβαλε σε έναν φοιτητή που έκοψε. Ο νεαρός – πανκ με σκουλαρίκια και μπλε και κόκκινα μαλλιά, όπως τον περιγράφει – του είπε πως επειδή δεν αιτιολογεί την απόφασή του θα πάει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο. Οταν ρώτησε έναν συνάδελφό του καθηγητή «μα πώς γνωρίζει το Διοικητικό Πρωτοδικείο;» η απάντηση ήταν «το μαθαίνουμε στο σχολείο, ξέρουμε τη διαδικασία και τι μπορούμε να κερδίσουμε».

Αὑτὸ τὸ περιστατικὸ μοῦ ἔφερε στὸ νοῦ τὴ δική μου πρώτη, ἔμμεση ἐπαφὴ μὲ τὴ διοίκηση ἑνὸς Κράτους Δικαίου.

Μιὰ συγγενής μου ποὺ εἶχε ἀποκτήσει αὐστραλέζικη ὑπηκοότητα καὶ στὸ μεταξὺ εἶχε γυρίσει στὴν Ἑλλάδα, εἶχε κάνει αἴτηση νὰ λαμβάνει σύνταξη γήρατος ἀπ’ τὴν Αὐστραλία. Τῆς ἦρθε λοιπὸν ἀπάντηση ἀπ’ τὸ ΙΚΑ Αὐστραλίας καὶ μιὰ καὶ δὲ γνώριζε Ἀγγλικά, τῆς τὴ διάβασα ἐγώ.

Ἦταν ἕνα πολιτισμικὸ σόκ. Εἶμαι σίγουρος ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ξεχάσω ποτὲ αὐτὸ τὸ κείμενο. Ἂν καὶ ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ συνηθισμένη ἐπιστολὴ ἑνὸς δημοσίου ὑπαλλήλου, ἦταν σὰ νὰ διάβαζα τὴ Διακήρυξη τῶν Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων:

Ἀγαπητὴ κυρία Ταδοπούλου,

ὀνομάζομαι Δεῖνα Δεινόπουλος καὶ ἔχω ἀναλάβει τὴν ὑπόθεσή σας. Λαμβάνοντας ὑπόψιν τὰ στοιχεῖα ποὺ ὑποβάλατε, καθὼς καὶ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας τῆς Βικτώριας, βρῆκα ὅτι δικαιοῦστε σύνταξη Χ δολλαρίων Αὐστραλίας τὸ μῆνα.

Ἂν δὲν εἶστε εὐχαριστημένη καὶ πιστεύετε ὅτι δικαιοῦστε περισσότερα, τότε μπορεῖτε νὰ ἐπικοινωνήσετε μαζί μου. Μπορεῖτε νὰ ἔρθετε στὸ γραφεῖο μου τὶς τάδε μέρες καὶ ὧρες. Ἐπίσης μπορεῖτε νὰ μοῦ στείλετε γράμμα στὴν ἑξῆς διεύθυνση. Ἐναλλακτικὰ μπορεῖτε νὰ μοῦ τηλεφωνήσετε στὸν παρακάτω ἀριθμὸ τὶς ἑξῆς ἡμέρες καὶ ὧρες μὲ δική μας χρέωση [ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα στὴν Αὐστραλία!]. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅσο καλύτερα μπορῶ τὸ σκεπτικὸ πίσω ἀπ’ τὴν ἀπόφασή μου.

Ἂν πάλι δὲ μείνετε ἱκανοποιημένη, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐντὸς Ν μηνῶν νὰ ζητήσετε ἐπανεξέταση τῆς ὑπόθεσής σας. Θὰ τὴν ἀναλάβει κάποιος ἀρχαιότερος (senior) ὑπάλληλος, μὲ τουλάχιστον εἰκοσαετῆ πεῖρα. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς θὰ ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσή σας ἀπ’ τὴν ἀρχή, χωρὶς νὰ λάβει ὑπόψιν του τὴ δική μου ἐξέταση.

Ἂν καὶ τότε δὲν μείνετε ἱκανοποιημένη, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐντὸς Μ μηνῶν νὰ προσφύγετε στὸ Πολιτειακὸ δικαστήριο βάσει τῶν ἄρθρων Χ καὶ Υ.

Ἂν και τότε δὲν μείνετε ἱκανοποιημένη, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐντὸς Κ μηνῶν νὰ προσφύγετε στὸ Ὁμοσπονδιακὸ δικαστήριο βάσει τῶν ἄρθρων Α καὶ Ω.

Σὲ τακτὰ διαστήματα τῆς ἐρχόταν μιὰ ἐφημερίδα μὲ χρήσιμες εἰδήσεις γιὰ τοὺς συνταξιούχους στὰ Ἑλληνικά. Τὶς λίγες φορὲς ποὺ χρειάστηκε νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὴν ὑπηρεσία, τηλεφωνοῦσε (πάντα μὲ δική τους χρέωση) καὶ μιλοῦσε μὲ κάποιον ἑλληνόφωνο ὑπάλληλο. Θυμᾶμαι καὶ δακρύζω.

Ἔτσι ἀντιμετώπιζε τὸ κράτος τῆς Αὐστραλίας μιὰν ἠλικιωμένη Ἑλληνίδα, ποὺ δὲν γνώριζε κὰν τὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα, ποὺ δὲν εἶχε ἐργαστεῖ στὴν Αὐστραλία, ποὺ οὔτε φόρους εἶχε καταβάλει ἐκεῖ οὔτε ἔνσημα εἶχε κολλήσει. Αὐτὰ τὰ εἶχε προσφέρει ὅλα στὴν Ἑλλάδα.

(Λίγες μέρες μετὰ τὸ πολιτισμικὸ σόκ, πῆρα στὰ χέρια μου ἕνα ἀνάλογο «χαρτὶ» τοῦ ΙΚΑ. Δὲν ἦταν φυσικὰ ἐπιστολή, μᾶλλον γιὰ φωτοτυπία δεύτερης ἢ τρίτης γενιᾶς ἐπρόκειτο, συμπληρωμένη μὲ τὸ χέρι. Κάτω-κάτω ἔγραφε μὲ μικρά, μουτζουρωμένα γράμματα «Ἐνστάσεις γίνονται δεκτὲς ἐντὸς ὀκτὼ (8) ἡμερῶν» ἢ κάτι τέτοιο…)