Ἕνα φθινοπωρινὸ βράδυ κάποιος περπατοῦσε στὸ πλατύ πεζοδρόμιο ἐνὸς δρόμου μὲ πολυκατοικίες μὲ ἡμιυπόγεια, ὄχι καὶ τόσο ἔξω ἀπ’ τὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, ὅταν ξάφνου τοῦ ἐπιτέθηκαν πρεζόνια. Τὸν μαχαίρωσαν, τὸν λήστεψαν, τοῦ πήρανε ὅ,τι εῗχε καὶ δὲν εἶχε καὶ τὸν ἄφησαν νὰ κείτεται αἱμόφυρτος στὸ μέσα μέρος τοῦ πεζοδρομίου, μισοκρυμμένος ἀπ’ τὶς σκιές.

Ἔτυχε νὰ περάσει ἀπὸ κεῖνο τὸ δρόμο μὲ τὴ λιμουζίνα του ὁ Χριστόδουλος. Πήγαινε στὰ ἐγκαίνια ἑνὸς νοσοκομείου. Τὸ μάτι του πῆρε τὸν πληγωμένο κι ἔκανε νεῦμα στὸν ὁδηγὸ νὰ πατήσει γκάζι.

Πέρασε τότε ἀπὸ κεῖ ἕνας θεολόγος. Ἐπέστρεφε μὲ τὰ πόδια ἀπὸ μιὰν ἐκδήλωση τῆς «Ζωῆς» μὲ θέμα «Ἡ διαχρονικότης τῆς παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου». Διέκρινε μέσα στὸ μισοσκόταδο τὸν τραυματισμένο καὶ τρόμαξε. «Παναγιά μου, Σικάγο γίναμε!» Ἄλλαξε σβέλτα πεζοδρόμιο καὶ τάχυνε τὸ βῆμα, μὴν πάθει κι αὐτὸς τὰ ἴδια.

Μετ’ ἀπὸ λίγο πέρασε μὲ τὸ ἁμάξι του κι ἕνας Ἰεχωβᾶς. Σὰν ἀντιλήφθηκε τὸν ἄτυχο πληγωμένο, σταμάτησε καὶ τοῦ πρόσφερε τὶς πρῶτες βοήθειες. Τὸν πῆγε μὲ τὸ ἁμάξι σὲ μιὰ κλινικὴ ἐκεῖ κοντὰ καὶ πλήρωσε τὰ νοσήλεια. Ἄφησε μάλιστα στὸ ταμεῖο τῆς κλινικῆς καὶ τὸν ἀριθμὸ τῆς πιστωτικῆς του κάρτας, ὥστε νὰ τοῦ χρεώσουν τυχὸν ἐπιπλέον ἔξοδα.

Τέλος ρώτησε: ποιός λοιπὸν ἀπ’ τοὺς τρεῖς τοῦ στάθηκε πιό κοντὰ;