Τί εἶναι ἡ περίφημη «φόρα» στὴν ὁποῖαν βγαίνουν τ’ ἄπλυτα κατὰ τὴ γνωστὴ ἔκφραση; Σύμφωνα μὲ τὸ Λεξικὸ τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς ἡ λέξη προέρχεται ἀπ’ τὰ Ἰταλικὰ καὶ σημαίνει «ἔξω»:

[παλ. ιταλ. επίρρ. fora `έξω΄, θηλ. κατά την κατάλ. -α].

Θὰ ἤθελα νὰ δώσω μιὰν ἐναλλακτικὴν ἐτυμολογία.

Στὰ Τσιγγάνικα foros ἢ foro εἶναι ἡ πόλη, καθὼς καὶ ἡ ἐμποροπανήγυρη, τὸ παζάρι (καὶ μὲ τήν ἔννοια τοῦ τόπου στὸν ὁποῖον διεξάγεται). Ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ λέξη ἀπαντᾶ σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς τσιγγάνικες διαλέκτους –ἀπὸ τὰ Βαλκάνια μέχρι τὴν Φινλανδία– συνάγεται ὅτι ἀνήκει στό λεξιλόγιο ποὺ δανείστηκαν τὰ Τσιγγάνικα ἀπ’ τὰ μεσαιωνικὰ Ἑλληνικὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχικῆς παραμονῆς τῶν Τσιγγάνων στὸ Βυζάντιο, πρὶν τὴν ἔξοδο στὴν ὑπόλοιπην Εὐρώπη. Προφανῶς λοιπὸν, στὰ μεσαιωνικὰ Ἑλληνικὰ ὑπῆρχε κάποια λέξη «φόρος» –προερχόμενη ἀπ’ τὸ λατινικὸ forum, ποὺ σημαίνει «πλατεῖα», μὲ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ συγγενεύει ἐτυμολογικὰ καὶ τὸ ἰταλικὸ ἐπίρρημα fora ποὺ ἀναφέρθηκε παραπάνω– καὶ σήμαινε «πλατεῖα, τόπος ὅπου γίνεται τὸ παζάρι». Οἱ Τσιγγάνοι ἀπαγορευόταν νὰ μπαίνουν καὶ νὰ ζοῦν στὶς πόλεις, μὲ μόνη ἐξαίρεση τὸ παζάρι, ὅπου τοὺς ἐπιτρεπόταν ἡ εἴσοδος γιὰ νὰ κάνουν τ’ ἀλισβερίσια τους. Ἔτσι γιὰ τοὺς Τσιγγάνους «πάω στὴν πόλη» καὶ «πάω στὸ παζάρι» ἦταν ἕνα καὶ τὸ αὐτό. Ἑπόμενο ἦταν νὰ ταυτιστεῖ ἡ πόλη μὲ τὸ παζάρι κι ἡ λέξη γιὰ τὸ δεύτερο νὰ σημαίνει καὶ τὸ πρῶτο.

Στὴν διαδικτυακὴ Επιτομή λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους γραμματείας τοῦ Ἐμμανουὴλ Κριαρᾶ δὲν ὑπάρχει λέξη «φόρο» ἢ «φόρος», ἀλλὰ ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἱστοσελίδα:

Η Επιτομή καλύπτει τους τόμους Α´–ΙΔ´ του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), και φτάνει ως την παραθήκη, το τελευταίο λήμμα που δημοσίευσε ο Εμμανουήλ Κριαράς.

Ὅμως στὸ βιβλίο τοῦ Yaron Matras «Romani: A Linguistic Introduction» ἡ ἑλληνικὴ καταγωγὴ τῆς λέξης foro(s) σημειώνεται σὲ πολλὰ σημεῖα τοῦ κειμένου:

  1. The Greek lexical component includes up to 250 items, many of them basic semantic concepts such as foro(s) “town” (Greek fóros “market”), …
  2. Terms for dwellings and places are poorly represented in the inherited lexicon. Only the very basic are Indo-Aryan […] with few pre-Europen additions like […] foro(s) “town” (Greek fóros “market”) …
  3. … competition between two distinct forms that are borrowed from Greek, namely the masculine ending -os (Greek fóros “town”) and the neuter ending -o (Greek kókkalo “bone”). In Romani, both are treated as masculine, and Romani dialects tend to be consistent in their choice of just one ending: foro, kokalo, or foros, kokalos.

Ἂν λοπὸν τὰ μεσαιωνικὰ Ἑλληνικὰ εἶχαν λέξη «φόρο(ς)» ποὺ σήμαινε τὸν τόπο δημόσιας συνάθροισης καὶ ἀγοραπωλησίας, τότε «βγάζω τ’ ἄπλυτα στὴ φόρα» γιατί νὰ μὴ σημαίνει «βγάζω τ’ ἄπλυτα στὸν φόρο, στὴν πλατεῖα, στὸν δημόσιο χῶρο»;

Στὴν ἠλεκτρονική μας ἐποχὴ τ’ ἄπλυτα βγαίνουν ὄχι πιὰ στὴ φόρα, ἀλλὰ στὰ (διαδικτυακὰ) φόρα…
Ἄπλυτα