Ἐκείνη τὴν ἡμέρα εἶχα ραντεβοὺ μ’ ἕναν φίλο μου καὶ τὴ φίλη του. Συναντηθήκαμ’ ἔξω ἀπ’ τὸν σιδηροδρομικὸ σταθμό. «Τί εἶν’ αὐτὴ ἡ ἱστορία μ’ ἕνα σχολικὸ βιβλίο Ἱστορίας στὴν Ἑλλάδα; Τί γράφει καὶ τὸ καῖνε στοὺς δρόμους;» «Τὸ καῖνε;!» «Ναί, τὸ ἔδειξε στὶς [γερμανικὲς] εἰδήσεις πρὶν ἀπὸ λίγο!»

(Ὁ Γιάννης Λαγός, ποὺ κάνει τὶς δηλώσεις, ἐκλέχθηκε βουλευτὴς στὴν Β’ Πειραιᾶ).

Die Bücherverbrennung

Als das Regime befahl, Bücher mit schädlichem Wissen
Öffentlich zu verbrennen, und allenthalben
Ochsen gezwungen wurden, Karren mit Büchern
Zu den Scheiterhaufen zu ziehen, entdeckte
Ein verjagter Dichter, einer der besten, die Liste der
Verbrannten studierend, entsetzt, daß seine
Bücher vergessen waren. Er eilte zum Schreibtisch
Zornbeflügelt, und schrieb einen Brief an die Machthaber.
Verbrennt mich! schrieb er mit fliegender Feder, verbrennt mich!
Tut mir das nicht an! Laßt mich nicht übrig! Habe ich nicht
Immer die Wahrheit berichtet in meinen Büchern? Und jetzt
Werd ich von euch wie ein Lügner behandelt! Ich befehle euch,
Verbrennt mich!

Bertolt Brecht

Το κάψιμο των βιβλίων

Ὅταν διαταγὴ ἔβγαλε τὸ καθεστὼς νὰ καοῦνε
σὲ δημόσιες πλατεῖες τὰ βιβλία ποὺ
περικλείνουν ἰδέες ἀνατρεπτικές,
κι ἀπὸ παντοῦ κεντρίζανε τὰ βόδια
νὰ σέρνουν κάρα ὁλόκληρα
μὲ βιβλία γιὰ τὴν πυρά, ἕνας ἐξορισμένος
ποιητής, ἕνας ἀπ’ τοὺς καλύτερους,
διαβάζοντας τῶν βιβλίων τὸν κατάλογο,
μὲ φρίκη του εἶδε πὼς τὰ δικά του
τὰ εἴχανε ξεχάσει. Χίμηξε στὸ γραφεῖο του
μὲ τὶς φτεροῦγες τῆς ὀργῆς, κι ἔγραψε στοὺς τυράννους ἕνα γράμμα:
«Κάψτε με!» ἔγραφε μὲ πένα ἀκράτητη, «κάψτε με!
Μ’ ἀφήσατε ἔξω! Δὲ μπορεῖτε νὰ μοῦ τὸ κάνετε αὐτό, ἐμένα!
Τὴν ἀλήθεια δὲν ἔγραφα πάντα στὰ βιβλία μου; Καὶ τώρα
Μοῦ φερνόσαστε σὰ νά’ μαι ψεύτης! Σᾶς διατάζω:
Κάψτε με!»

Μπέρτολτ Μπρέχτ (σὲ μετάφραση Μάριου Πλωρίτη)

Berlin, Opernplatz, Bücherverbrennung