Πρόκειται γιὰ τὴν περίφημη φράση ἀπὸ τὴ «Ζωὴ ἐν τάφῳ» τοῦ Στρατῆ Μυριβήλη, τὴν ὁποία ὁ συγγραφέας ἀφαίρεσε ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ 1955, μὲ συνέπεια πολλοὶ ἀναγνῶστες ποὺ γνωρίζουν μόνο τὴν τελικὴ μορφὴ τοῦ ἔργου, νὰ θεωροῦν τὴν ὕπαρξη τῆς φράσης μῦθο καὶ ἀνθελληνικὴ προπαγάνδα. Τὸ μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφόρησε ὡς βιβλίο τὸ 1924, ἀλλὰ πρὶν εἶχε δημοσιευθεῖ σὲ συνέχειες στὴν ἐφημερίδα τῆς Μυτιλήνης «Καμπάνα», διευθυντὴς τῆς ὁποίας ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Μυριβήλης. Στὴ βάση δεδομένων «Ψηφιοθήκη» τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ὑπάρχουν σὲ μορφὴ ἀρχείου PDF ὅλα τὰ φύλλα τῆς ἐφημερίδας μὲ τὶς συνέχειες τοῦ μυθιστορήματος. Στὸ φύλλο ἀριθμὸς 027, μὲ ἡμερομηνία 1923-09-25, δημοσιεύεται ἡ εἰκοστὴ πέμπτη συνέχεια. Στὴν τέταρτη καὶ τελευταία σελίδα εἶναι τυπωμένο τὸ «Μακεντὸν ὀρτοντόξ». Ἰδοὺ ὁλόκληρη ἡ ἐπίμαχη παράγραφος (ἀπὸ τὸ κεφάλαιο ΙΖʹ):

Νὰ τώρα κι ὁ ἀκριβὸς θησαυρὸς ποὺ ξεσκάλιξα μὲς τὴ χωριάτικη, τὴ «βάρβαρη» αὐτὴ ψυχή, ποὖναι ἀμόλευτη καὶ παρθενικιὰ σὰν τἀπάτητο χιόνι μιᾶς βουνοκορφῆς. Ἡ Ἄντσιω ἔχει δυὸ γυιοὺς στρατιῶτες. Κ’ οἰ στρατιῶτες αὐτοὶ εἶναι μὲς τοὺς ὀχτροὺς ποὺ βρίσκονται ἀντίκρυ μας στὰ χαρακώματα τοῦ Περιστεριοῦ. Αὺτοὶ ὲδῶ οἱ χωριάτες ποὺ τὴ γλώσσα τους τὴν καταλαβαίνουν περίφημα κοἱ Βούλγαροι κοἱ Σέρβοι ἀντιπαθοῦνε τοὺς πρώτους γιατὶ τοὺς πήρανε τὰ παιδιά τους στὸ Στρατό. Μισοῦν τοὺς δεύτερους ποὺ τοὺς κακομεταχειρίζουνται γιὰ Βουργάρους. Καὶ κυττᾶνε μὲ ἀρκετὰ συμπαθητικὴ περιέργεια ἐμᾶς τοὺς περαστικοὺς Ρωμιοὺς ἐπειδὴ εἴμαστε οἱ γνήσιοι πνευματικοὶ ὑπήκοοι τοῦ Πατρίκ, δηλαδὴ τοῦ «Ὀρθοδόξου Πατριάρχη τῆς Πόλης». Γιατὶ ἡ ἰδέα του ἁπλώνεται ἀκόμα, τυλιγμένη μέσα σὲ μιὰ θαμπὴ μυστικοπάθεια πολὺ παράξενη, πάνου σαὐτό, τὸν ἁπλοϊκὸ χριστιανικὸ κόσμο. Ἔπειτα οἱ τάφοι τῶν παλιῶ τους προεστῶν ἔχουνε πάνω στὶς πέτρες σκαλισμένα Ἑλληνικὰ γράμματα. Τὰ ἴδια γράμματα ποὖναι γραμμένα πάνου στὰ σκεβρωμένα κονίσματά τους, καὶ στὰ παλιὰ ἐκκλησιαστικά βιβλία τῶν ἐκκλησιῶ τους. Ὡς τόσο δὲ θέλουν νἆναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ» μήτε «Γκρρτς». Μοναχὰ «Μακεντὸν ὀρτοντόξ».

Σελίδα 1

Σελίδα 1

Σελίδα 4

Σελίδα 4